Σάββατο, Δεκεμβρίου 6

Requiem

Κοιτάζω το ρολόι, ώρα μηδέν.
Σε ψάχνω γύρω μου,μα έχεις χαθεί.

Tα μάτια σου  δυο φεγγάρια, μου φωτίζουν το δρόμο.
Τρυπούν το χάος και δίνουν τόπο στην ελπίδα.Σε βλέπω και παγώνω. Ο χρόνος σταματά.
Εσύ θα κινηθείς;

Μερικές φορές απορώ γιατί με κοιτάς κι εσύ κατάματα.
Προσπαθώ να καταλάβω τι θέλεις, τι κρύβεις.
Μα  μυστήριο όπως είσαι, με κάνεις να σ'αναζητώ.
Διαβαίνω το μονοπάτι της λίθης,χωρίς αρχή και γυρισμό.

Και στο δρόμο διψώ. Διψώ για το φιλί σου.

Μα σαν όαση στην έρημο, δεν ξέρω αν υπάρχεις
 ή αν μόνο εγώ σε βλέπω.

Σε αναζητώ στο σούρουπο, σε χάνω στην αυγή.
Σε βρίσκω στη σελήνη, μα η πανσέληνος αργεί.

Τα μάτια απατούν, μα η καρδιά πονά.

Σαν ερημίτης ξανά, το δρόμο αυτό.
Είναι μακρύς ο δρόμος, και η δίψα μου μεγάλη.

Έχεις νόημα να σε ποθώ;
Άλλοι πιστεύουον πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι μόνο αν έχει νόημα να υπάρχει το φεγγάρι.
Άλλοι πιστεύουν πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι μόνο αν πρέπει να αυτοκτονήσεις ή όχι.
Άλλοι αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Ένα είναι όμως το σοβαρό ερώτημα, κι αυτό είναι:
Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;
Απάντησέ μου σ' αυτό και θα σου πω αν πρέπει να αυτοκτονήσεις ή όχι.
Απάντησέ μου σ' αυτό και θα σου πω αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Απάντησε μου σ' αυτό και θα σου πω αν το φεγγάρι έχει λόγο να υπάρχει.
Απάντησέ μου σ'αυτό και θα σου πω αν έχει νόημα, ο πόθος μου για σένα.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 28

The girl that refused to smile

Ήταν καλοκαίρι.
Σε είδα σε μια παραλία.
Σε μια πέτρα πάνω να κάθεσαι μόνη.
Αγνάντευες τη θάλασσα.
Το χάος του απέραντου ωκεανού.

Γιατί δεν παίζεις με τους άλλους;
Κοίτα τα μάτια τους πως έχουν ανάψει.
Η φλόγα της νιότας της χαράς.
Μα τα δικά σου μένουν καφέ.

Ο αέρας ανεμίζει μέσα από τα μαλλιά σου.
Το μικρό κάστρο που είχες φτιάξει χάλασε.
Το πήρε το κύμα.
Αναρωτιόμουν αν ήταν αλήθεια αυτό που είδα όταν το τελείωσες.

Αν ήταν όντως αυτό που νομίζω, όταν κίνησες τα χείλη σου.
Με είχες δει που σε αγνάντευα.
Και παρά εκείνη τη φορά, που τα πόδια σου γέμιζαν με το νερό της παλίρροιας,
δε σε ξαναείδα ποτέ τόσο ζωντανή.

Εκείνη τη βραδιά, όπου η ολοστρόγγυλη πανσέλληνος έκρυβε τ'άστρα.
Όπου τα κύματα χτυπούσαν με μανία τα βράχια.
Με μίσος μέχρι να γίνουν ένα, και να επιστρέψουν.
 Όπου τα πουλιά κρύφτηκαν μέσα στις κουφάλες.
Και δεν πετούσε τίποτα σ'εκεινον τον κατάμεστο με φως ουρανό.

Εκεί όπου ο αέρας σε παρέσειρε όπου ήθελε μου είπες.
Εκεί όπου τα χείλη μας γίνανε ένα.

Σάββατο, Μαρτίου 29

Καταιγίδα εαρινής νυχτός

(Ξεκινήστε από το 0:20)

Το κρασί γαργαλά το λαιμό σου.
Γελάς.
Η γλυκιά του γεύση διώχνει τις πίκρες.
Τα φαρμάκια λένε..

Τότε γιατί νιώθεις χειρότερα;

Ο πόνος πλέον είναι αβάστακτος.
Ουρλιάζεις στο νυχτερινό ξέφωτο, όμως απάντηση δεν παίρνεις.
Γύρω σου σκοτάδι, κι ο οίνος απλώς σε θαμπώνει περισσότερο.

Γιατί εκεί ζεις.
Στη μέθη ενός ονείρου.
Μιας Διονυσίας ουτοπίας.
Και μόνο μίσος νιώθεις.

Όχι γι'αυτήν, μόνο για σένα.
Για ένα θαυματοποιό.
Ένα νεκρομάντη αναμνήσεων.
Στιγμών που πέρασαν και δε γυρνούν.
Ανθρώπων που αγκάλιασαν τη λήθη χωρίς ενδοιασμό.

Δεν αλλάζει ο κόσμος σου'χαν πει.Για τον εαυτό του νοιάζεται.
Όμως δεν το πίστεψες ποτέ. Φοβόσουν να το αποδεχτείς.
Αρνήθηκες να κοιτάξεις τη Μοίρα στα μάτια, μόνο έπαιζες με καθρέφτες.

Και τώρα πια είσαι μόνος. Εσύ, και ένα άδειο ποτήρι.

Ιάκχος

Τετάρτη, Μαρτίου 26

Που είσαι;


Με άφησες στο ξέφωτο της νύχτας.
Τη στιγμή που το φεγγάρι άρχισε να εμφανίζεται.
Και τα αστέρια οδηγούσαν το δρόμο μου.
Η νύχτα μου είχε επιτέλους λίγο φως.
Την κρυφή ελπίδα , πως έρχεται μια πιο φωτεινή ημέρα.

Όχι. Αποφάσισε το σύννεφο να καλύψει τ'άστρα.
Κι εσύ Σελήνη μου, παίζεις κρυφτό μαζί μου.
Δεν μπορώ να σε νικήσω όμως.
Δεν μπορώ να παίξω πια.
Τέρμα τα παιχνίδια.

Που χάνεσαι; Που πηγαίνεις όταν είσαι μακριά μου;
Κι αν είναι καλύτερα εκεί, γιατί ξανάρχεσαι;
Γιατί τρεμοπαίζεις στο σεληνόφως;

Τελειώνει , ό,τι και να σημαίνει αυτό.

Όσες  σειρήνες και να φέρνει η ζωή,
όσο όμορφη κι αν είναι η Καλυψώ,
όσο νέα η Ναυσικά,
η Πηνελόπη είναι αυτή για την οποία πεθαίνεις.

Τα λόγια αιωρούνται ωσάν φύλλα στον αέρα μέσα στη νύχτα.
Ένας σκύλος από μακριά γαβγίζει.
Οι φυλλωσιές κρατούν τα μεγαλύτερα μυστικά.
Και τα δέντρα τα φυλούν μες στον κορμό τους.

Κι εγώ, κάτω από έναν ευκάλυπτο ξαπλώνω.
Κοιτώ τ'άστρα για τελευταία φορά να τρεμοπαίζουν.
Το φεγγάρι μου χαρίζει μια ακτίνα.

Ένα τελευταίο σεληνόφως.



Τρίτη, Ιανουαρίου 14

Lorelei

Και περνούν οι μέρες.
Κι ακόμα δε σε βρίσκω.
Χαμένη είσαι, σε μια ακρογιαλιά.

Κι όσο και αν προσπαθώ σε τυλίγει η θάλασσα.
Τα κύματα κρύβουν τα ίχνη σου στην άμμο.
Κι ένα θαλασσοπούλι καλύπτει τη φωνούλα σου.

Ο ήλιος βούτηξε στη θάλασσα και σου'κλεψε τον ίσκιο.
Δεν είσαι πλέον ούτε σκιά σε μια ακρογιαλιά.
Δεν ήσουν ποτέ εξάλλου.


Που χάθηκες; Σε ποια θάλασσα, ποιον ωκεανό;
Ρωτώ ναύτες, ρωτώ θαλασσινούς,
μα απάντηση δεν παίρνω.
Παρά μόνο τη σιωπή τους, κι ένα κρυφό δάκρυ.

Γιατί μ'αφήνεις εδώ;
----------------------
Καταλαβαίνω τελικά πως νιώθεις κι εσύ.
Τόσα χρόνια πετρωμένη, στην ίδια θέση.
Περιμένεις, όμως δε γίνεται τίποτα.

Ο έρωτας δε σου έφερε παρά πόνο και λήθη.
Όμως εγώ δε θα σε ξεχάσω.
Κι όσο δε σε ξεχνώ θα ζεις μέσα μου.
Ξεκουράσου λοιπόν κι αναπαύσου πλέον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 1

Άνθρωπε, το πρόβλημα της ανθρωπότητας, εσύ είσαι

Στη σκιά άλλος ενός θανάτου γνωστού ( R.I.P Paul Walker), και ενώ τα social medias ξεχύλισαν με ενημερώσεις για τιμές στη μνήμη του νεκρού, ξεκίνησε και η "αντίπαλη" όχθη να εξαπωλύει πυρά όπως " Όταν πεθαίνει κάποιος το θυμάστε όλοι","Πεθαίνει ο διάσημος κλαίνει όλοι, πεινάνε τα παιδιά στην Αφρική δε νοιάζεται κανένας".
Συγχώρεσέ με αγαπητέ αναγνώστη αλλά πρέπει να ξεκαθαριστούν μερικά πράγματα για τον άνθρωπο.
Είμαστε όντα που δεν μπορούν να ζουν μέσα στο μόνιμο πένθος. Δε νομίζω κάποιος να αρνείται πως είναι μεγάλο πρόβλημα ο θάνατος χιλιάδων ανθρώπων κάθε μέρα, όπως και το ότι (η αλήθεια είναι) τα Μ.Μ.Ε. προφανώς και δίνουν έμφαση στους θανάτους των διασήμων και όχι των "γνωστών αγνώστων" υποβαθμισμένων περιοχών, ή θύματα ρατσισμού όπως λιθοβολισμού γυναικών και διάφορα άλλα σχετικά.
Είναι όμως ο άνθρωπος τόσο κτήνος ώστε απλώς να αδιαφορεί γι'αυτούς τους θανάτους και να το νοιάζουν μόνο οι celebrities. Όχι. Ή τουλάχιστον, ελπίζω πως όχι.
Απλώς δεν μπορεί ένας άνθρωπος να ζει κάθε μέρα μέσα στον πόνο και το πένθος των συνανθρώπων του γι'αυτό και περιορίζεται σε μεμονωμένα γεγονότα τα οποία θεωρεί πως είναι πιο εμφατικά από άλλα.
Είναι σωστό όμως κι αυτό; Ο καθένας θα κρίνει. Κατά τη γνώμη μου όχι.
  Παραμένει ωστόσο μια μορφή προστασίας του άλλου. Και γι'αυτό δεν μπορεί κανείς να του πει τίποτα. Όπως είχε πει και ο Slavoj Zizek(Σλοβένος φιλόσοφος) , μερικές φορές για να επιβιώσεις από κάποιες καταστροφικές πνευματικά καταστάσεις πρέπει να επέμβεις με τρόπους όχι πάντα συμβατούς με τον κοινό νου.
Άνθρωπε, η κατάκριση σου για τους άλλους όμως δεν κάνει καλύτερο τον κόσμο.
Δεν είναι καιρός να ανταγωνιζόμαστε για το ποιος νοιάζεται καλύτερα για τους άλλους με λεκτικές διαμάχες.
Ο κόσμος μας εκεί έξω πονάει και υποφέρει κάθε μέρα, κι όσο καθόμαστε άπραγοι μπροστά σε αυτό το έρεβο, γινόμαστε το ίδιο απαράδεκτοι με τους "κακούς" που θέλουμε οι ίδιοι να παρουσιάσουμε ως παραδείγματα προς αποφυγή.
Είναι καιρός να σταματήσουμε να επιτεθόμαστε συνέχεια στους άλλους, να μην μπαίνουμε άλλο στο "εγώ θέλω έναν καλύτερο κόσμο από εσένα" και να κάτσουμε να δούμε τι μπορεί να γίνει ΤΩΡΑ.
Γιατί όταν θα είναι πλέον αργά, θα παρακαλάμε για μια τέτοια ευκαιρία. Όμως, ο χρόνος πίσω δε γυρνάει. Και τότε το μόνο που θα ισχύει είναι alea jacta est.

Κυριακή, Οκτωβρίου 20

Η φθορά

Η νύχτα υποχωρεί, καθώς οι πρώτες ηλιαχτίδες κρυφά κρυφά γεμίζουν τον ουρανό.
Εκεί , όπου εξαφανίζεσαι κι εσύ, με την Αυγή.
Ιππεύεις μαζι με τον Ήλιο το άρμα του ουρανού.

Όμως αυτές δεν κοιμούνται ούτε ξυπνούν.
Μόνο μένουν ξάγρυπνες και στοιχειώνουν.
Και δεν αφήνουν τη Λήθη να κάνει το έργο της.
Έτσι λοιπόν, κάθε πρωί, ο Αετός επιστρέφει.

Κατά βάθος ελπίζω να μην έρθει ποτέ η Αυγή.
Να μείνεις εκεί, μαζί με τη Σελήνη, δική μου.
Όμως ο Ήλιος με πληγώνει και οι ακτίνες του με διαπερνούν.


Περιμένω εκεί πετρωμένος, να'ρθει το λυκόφως, να ξαναγεννηθώ.
Να με καλύψει η Πασιθέη με το γλυκό της πέπλο.
Να με ταξιδέψει στον κόσμο σου.

Έναν κόσμο όπου άρχοντας είναι μόνο ο Χρόνος.
Και βασιλεύει με υπομονή και πάθος.
Ανοιχτά τα σύνορα, και εγώ ταξιδιώτης τακτικός.

Τόσο τακτικός, ώστε να ζηλεύει η Αφαία.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 15

Πασιθέη

Και τα όνειρα θα στοιχειώνουν, θα μας δείχνουν το δρόμο της ψυχής.
 Και σα μια ατελείωτη πηγή γνώσης που θέλει να κρυφτεί,
 κάθε πρωινό, με την αυγή θα χάνονται.
 Θα κρύβονται μέσα μας, σαν ποταμός της λήθης.

Τόσο βαθιά, ώστε να μην τα νοσταλγούμε.
Μέσα μας όμως, ως μοχθηρές πληγές.
Αγκάθια ρόδου,χρωματισμένο από το αίμα.
Αθάνατο χάρη στη νοσταλγία μας.

Κάπου εκεί θάφτηκες κι εσύ.
Και ξανάρχεσαι μερικά σεληνόφωτα,
λίγο πριν σε πάρει η Λήθη.
Και όσο με κοιτάς, βλέπω στα μάτια σου,
βαθιά κρυμμένο ένα δάκρυ. 

Δεν είναι όμως χωρισμού, μα έρωτα.
Κι όταν με φιλάς, σε νοιώθω που απομακρύνεσαι.
Και αυτό το αγκάθι, σα Χάροντας
τρυπάει την καρδιά μου.

Και η πρώτη ηλιαχτίδα με κάνει πιο φτωχό.

Τετάρτη, Ιουλίου 24

Εξομολόγηση ενός ερημίτη

Την είδε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Να παρακαλεί για ελευθερία. Κι όμως να φοβάται να την αγγίξει. Η ψυχή της, ελεύθερη ήδη, πετούσε σαν αετός μακριά από το ξύλινο παράθυρο του δωματίου της. Φωνάζοντας για ελευθερία.
Αυτή όμως παράμεινε αμίλητη. Αγναντεύοντας την πανσέληνο.
Τους χώριζε ένας τοίχος. Ένας ψηλός απόρθητος τοίχος. Τοίχος που μόνοι τους είχαμε χτίσει ανάμεσά μας. Όμως τελικά πάντα αυτό συμβαίνει.
Την κοίταξε για τελευταία φορά καθώς απομακρυνόταν και ένα δάκρυ ξέφυγε από το αριστερό του μάτι. Μέσα σε λίγες στιγμές, χάθηκε στα χείλη του, καθώς εκείνος γευόταν την αλμυρή του υφή.
Η πανσέληνος συνέχιζε να του φωτίζει το δρόμο, καθώς έμπαινε μέσα στο δάσος. Ένα δάσος που θυμόταν από μικρός.
"Μέσα σε ένα τέτοιο δάσος την είχε πρωτοδεί. Πίσω από ένα μεγάλο έλατο, καθώς τα γαλαζοπράσινα μάτια της λάμπανε. Τα χρυσά μαλλιά της ανέμιζαν αρμονικά με τον ήχο των πουλιών εκείνη τη μέρα." Και όλα ήταν όμορφα.
Συνέχισε να προχωρά, στα ίδια μέρη που τρέχανε, στα ίδια μέρη που αγκαλιαστήκανε και εξομολογήθηκαν ο ένας στον άλλο τον έρωτά τους. Ποιος θα περίμενε πως θα κατέληγε στα ίδια μέρη.
Πλέον όμως μισός, και χωρίς τίποτα παρά την καταστρόγγυλη σελήνη να τον καθοδηγεί μέσα στο σκότος.
Έκατσε πάνω σε έναν κορμό, και έκλεισε τα μάτια.
Δεν υπήρχε κανένας θόρυβος, παρά μόνο αυτός του δάσους. Ο Ζέφυρος ανέμιζε μέσα στις φυλλωσιές και μια κουκουβάγια μακριά διαπερνούσε την ησυχία του μέρους.
Ένιωθε πλέον ένα με το δάσος. Το ίδιο δάσος που του είχα χαρίσει τη χαρά, και που ύστερα του τη στέρησε.
"Ακόμα δεν μπορούσε να ξεχάσει εκείνη τη μέρα όπου κάτω από τον έναστρο ουρανό, βρίσκονταν οι δυο τους ξαπλωμένη. Ώσπου μια Περσίδα έκανε την είσοδό της φωτίζοντας τον ουρανό με μια ριπή φωτός. Εκείνη τη στιγμή, ξέραν και οι δυο τους πως δε θα την ξεχνούσαν ποτέ. Τίποτα δε θα ξεχνιόταν."
Δε ξεχνούσε ακόμα. Οι μέρες περνούσαν, όμως αυτός στεκόταν ακόμα ακίνητος σε αυτόν τον κορμό.
Ώσπου μια μέρα, άνοιξε τα μάτια και είδε την αλήθεια. Ήταν πλέον ελεύθερος.
Ξεκίνησε το περπάτημα, αφήνοντας πίσω του το δάσος, ξεκινώντας για μια νέα αυγή.

Πέμπτη, Ιουνίου 20

Το φως να παίρνει την ματιά

(Δε γινόταν να έλλειπε η μουσική)

ο χώρος τα όνειρά σου.. Κι έτσι κι εσύ σαν εικόνα, να έρχεσαι και να φεύγεις.
Να είσαι σημείο στη μέρα μου, μια πιστιλιά σ'ένα πίνακα. Εμφανίστηκες, μια νύχτα σαν εικόνα. Και αμέσως σαν φως ξανάφυγες. Δεν ξέρω αν θα σε βρω ποτέ, δεν ξέρω αν θα αντικρίσω ξανά τα μάτια σου. Αν θα μπορέσω ποτέ να νοιώσω τη ζεστή σου ανάσα, να αγγίξω το σώμα σου. Να γευτώ τη γεύση των χειλιών.
Μα τι λέω; Είσαι απλώς μια παραίσθηση. Μια σκέψη ένα φεγγάρι. Μια σκέψη που αναπτύχθηκε κι έγινε ιδέα, κάτω από τον έναστρο ουρανό.
Θα ήθελα τόσο να είσαι αληθινή, να μπορώ να σε καταλάβω, να σε ζήσω.
Όλα χάθηκαν όμως, με την πρώτη σελίδα του βιβλίου.
Η πρώτη νότα της μουσικής με έδιωξε από το όνειρο.
Ξύπνησα, και γύρισα στην πραγματικότητα. Το όνειρο στο οποίο κρυβόμουν έφυγε, και μόλις κοιτώ στα μάτια τους δαίμονές μου. Και όπως η άβυσσος, όπως την κοιτώ, με κοιτά κι αυτή.
Κι όμως, νοιώθω ζωντανός.
Αυτήν την αίσθηση δεν μπορεί να μου την κλέψει κανένα όνειρο.
Οι μέρες μεγαλώνουν, οι νύχτες μικραίνουν.
Κι έρχεται το καλοκαίρι.